Rhyolite

Share to

Εκρηξιγενή Φυσικά Πετρώματα

ΠΗΓΗ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΑΡΜΑΡΟ

Φαβιέρου 24-26
Τ.Κ. 104 38 Αθήνα
Τηλ: 210 5241394
Fax: 210 5246628

ΤA EKPHΞIΓENH ΠETPΩMATA

Πώς ταξινομείται η πληθώρα εκρηξιγενών πετρωμάτων με την εμπορική ονομασία “γρανίτες”

Οι γρανίτες είναι διακοσμητικά πετρώματα σε μεγάλη ποικιλία χρωμάτων και τύπων που χρησιμοποιούνται πλέον ευρύτατα και στη χώρα μας και ως υλικά επένδυσης εξωτερικών όψεων κτιρίων και διακόσμησης εσωτερικών χώρων πολυτελών καταστημάτων και άλλων κατασκευών.

Τα εντυπωσιακά τους χρώματα, όταν τα υλικά αυτά είναι στιλβωμένα και η λάμψη τους την οποία διατηρούν για μεγάλο χρονικό διάστημα λόγω των πυριτικών συστατικών που περιέχουν, αλλά και η μεγάλη τους αντοχή, έχουν κερδίσει την εκτίμηση των αρχιτεκτόνων και των διακοσμητών, που τα προτιμούν σε ποικίλες εφαρμογές. Άλλωστε, καθώς οι γρανίτες συνδυάζονται θαυμάσια και με άλλα υλικά, όπως το μάρμαρο, προσφέρουν στον κόσμο της αρχιτεκτονικής και διακόσμησης τη δυνατότητα να παρουσιάσει εντυπωσιακά αποτελέσματα.

Τι είναι οι γρανίτες

Στην εμπορική ορολογία με την ονομασία “γρανίτης” χαρακτηρίζεται κάθε φυσικό συμπαγές πέτρωμα που αποτελείται από ορυκτά με σκληρότητα που κυμαίνεται από 5 έως 7 της κλίμακας Mohs, όπως είναι ο χαλαζίας και ο άστριος και το οποίο επιδέχεται λείανση και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δομικό υλικό στις κατασκευές ή ως υλικό διακόσμησης. Έτσι, στο εμπόριο γρανίτες ονομάζονται όχι μόνο τα πετρώματα που ανταποκρίνονται στο γεωλογικό ορισμό του γρανίτη, αλλά και πολλά άλλα, όπως όλα τα πλουτώνεια και ηφαιστειακά πετρώματα με πορφυριτική υφή, τα μεταμορφωμένα πετρώματα με ορυκτολογική σύσταση παρόμοια με εκείνη των γρανιτών, όπως για παράδειγμα οι γνεύσιοι, καθώς και ορισμένα ασβεστολιθικά υλικά με μεγάλη σκληρότητα.

Σε ό,τι αφορά τη γεωλογική ορολογία, ο γρανίτης είναι ένα συγκεκριμένο πλουτώνειο πέτρωμα με αλκαλιούχους άστριους, χαλαζία και μικρές ποσότητες πλαγιόκλαστου, μαρμαρυγία και άλλων ορυκτών. Τέτοια πετρώματα σχηματίστηκαν από την άνοδο και ψύξη του μάγματος σε μεγάλο βάθος από την επιφάνεια της γης και ανευρίσκονται σήμερα στην επιφάνεια σαν γρανιτικά κοιτάσματα εξαιτίας της διάβρωσης.

Καθώς, λοιπόν, στο εμπόριο των διακοσμητικών πετρωμάτων ονομάζονται “γρανίτες” όλα τα εκρηξιγενή ή πυριγενή πετρώματα, δηλαδή όλα τα πετρώματα που σχηματίστηκαν από την άνοδο και κρυστάλλωση του μάγματος που βρίσκεται εγκλωβισμένο σε φωλεές ή εστίες στα βαθύτερα στρώματα του στερεού φλοιού της γης, είναι σκόπιμη μια σύντομη προσέγγιση στον τρόπο ταξινόμησης των πετρωμάτων που περιλαμβάνονται στη μεγάλη αυτή ομάδα σε επιμέρους υποομάδες, είδη και τύπους.

Τα είδη των γρανιτών

Καταρχήν όλα τα εκρηξιγενή πετρώματα τα οποία στο εμπόριο ονομάζονται “γρανίτες” μπορούν να διακριθούν σε δύο μεγάλες βασικές υποομάδες:

  • πλουτωνίτες (plutonic rocks)
  • ηφαιστίτες (volcanic rocks)

Ο διαχωρισμός αυτός γίνεται ανάλογα με τις συνθήκες υπό τις οποίες στερεοποιήθηκε το μάγμα. Στην περίπτωση που το μάγμα κατά την άνοδό του εγκλωβίστηκε και κρυσταλλώθηκε σε κοιλώματα των υπερκείμενων στρωμάτων (είτε φυσικά, είτε κοιλώματα που δημιούργησε το ίδιο το μάγμα με την αναθόλωση των υπερκείμενων στρωμάτων) ή διείσδυσε μεταξύ των διαστρώσεων αυτών των στρωμάτων σχηματίστηκαν πετρώματα που λέγονται πλουτωνίτες (plutonic rocks).

Στην περίπτωση, όμως, που το μάγμα έφθασε και εκχύθηκε στην επιφάνεια της γης (λάβα), όπου και στερεοποιήθηκε, σχηματίστηκαν οι ηφαιστίτες (volcanic rocks), πετρώματα τελείως διαφορετικά από τους πλουτωνίτες.

Μια τρίτη περίπτωση είναι το μάγμα να στερεοποιήθηκε κοντά στην επιφάνεια της γης, σε μικρό, δηλαδή, βάθος, μέσα σε ρωγμές του στερεού φλοιού, οπότε δημιουργήθηκαν διαφορετικοί τύποι πετρωμάτων που λέγονται φλεβίτες.

Επομένως από το μάγμα μιας μαγματικής φωλεάς, μάγμα δηλαδή με την ίδια χημική σύσταση, μπορεί να έχουν σχηματιστεί διαφορετικοί τύποι πετρωμάτων, ανάλογα με τις συνθήκες στερεοποίησης.

Οι πλουτωνίτες σχηματίστηκαν με τη στερεοποίηση του μάγματος υπό συνθήκες υψηλής πίεσης (υπερκείμενα πετρώματα), βραδείας ψύξης και χωρίς διαφυγή των αερίων του μάγματος. Kύριο γνώρισμα των πλουτωνιτών είναι η τέλεια κρυστάλλωση της μάζας τους (σχηματίζονται κρύσταλλοι περίπου του αυτού μεγέθους) γι’ αυτό και χαρακτηρίζονται και ως ολοκρυσταλλικά πετρώματα.

Οι ηφαιστίτες σχηματίστηκαν με τη στερεοποίηση του μάγματος υπό συνθήκες χαμηλής πίεσης (ατμοσφαιρική), απότομης ψύξης στην επιφάνεια της γης και με διαφυγή των αερίων του μάγματος. O τρόπος σχηματισμού αυτών των πετρωμάτων έχει σαν αποτέλεσμα να μπορούν να διακριθούν δυο γενεές κρυστάλλωσης του μάγματος. Στην πρώτη, σε βάθος, σχηματίστηκαν ευμεγέθεις κρύσταλλοι αστρίων και χαλαζία, που καλούνται φαινοκρύσταλλοι, ενώ στη δεύτερη κατά την ταχεία ψύξη του μάγματος στην επιφάνεια είτε δε σχηματίστηκαν κρύσταλλοι παρά μόνο μια πυριτική υαλώδης μάζα, είτε σχηματίστηκαν μικροί κρύσταλλοι που πληρούν τα διάκενα μεταξύ των κρυστάλλων της πρώτης γενεάς. Σχηματίστηκε έτσι θεμελιώδης μάζα του ηφαιστίτη μέσα στην οποία βρίσκονται διάσπαρτοι οι φαινοκρύσταλλοι (ο χαρακτηριστικός πορφυριτικός ιστός των ηφαιστιτών).

Μια δεύτερη κατάταξη των εκρηξιγενών πετρωμάτων γίνεται ανάλογα με την περιεκτικότητα σε SiO2 του μάγματος από το οποίο προήλθαν, ως εξής

  • όξινα με SiO2 άνω του 66%
  • ουδέτερα ή ενδιάμεσα με SiO2 από 52 – 65%
  • βασικά και υπερβασικά με SiO2 κάτω του 55%

Τέλος, τα εκρηξιγενή πετρώματα (πλουτωνίτες και ηφαιστίτες), ανάλογα με την ορυκτολογική τους σύσταση και πιο συγκεκριμένα ανάλογα με την περιεκτικότητά τους στα βασικά ορυκτολογικά τους συστατικά, δηλαδή το χαλαζία, τους αλκαλιούχους αστρίους (ορθόκλαστο, μικροκλινής), τα πλαγιόκλαστα (ασβεστονατριούχοι άστριοι: αλβίτης και ανορθίτης) και τα αστριοειδή (λευκίτης, νεφελίνης) κατατάσσονται σε διάφορους άλλους τύπους με αντίστοιχα ονόματα.

Διευκρινίζεται ότι στη συγκεκριμένη ταξινόμηση δεν υπάρχουν σαφή όρια μετάβασης από τον ένα τύπο πετρώματος στον άλλο, γι’ αυτό άλλωστε και υπάρχουν πολλές περιπτώσεις πετρωμάτων που δεν μπορούν να ταξινομηθούν απόλυτα σε κάποιον συγκεκριμένο τύπο, λόγω ενδιάμεσης ορυκτολογικής σύστασης (π.χ. γρανοδιορίτης).

Τα τυπικά χαρακτηριστικά ορισμένων από τους κυριότερους τύπους εκρηξιγενών πετρωμάτων που υπάρχουν στο εμπόριο με τη γενική ονοματολογία “γρανίτες” παρουσιάζονται στη συνέχεια

Πλουτωνίτες

ΓPANITHΣ: είναι από τα πιο διαδεδομένα είδη εκρηξιγενών πετρωμάτων και στη δομή του συμμετέχουν τα ορυκτολογικά συστατικά: χαλαζίας, αλκαλιούχοι άστριοι (ορθόκλαστο) και μαρμαρυγίας (κυρίως βιοτίτης) ή κεροστίλβη ή αυγίτης. H μέση αναλογία επί τοις εκατό ενός τυπικού γρανιτικού πετρώματος στα παραπάνω ορυκτά είναι: ορθόκλαστο 45%, αλβίτης 15%, χαλαζίας 30% και βιοτίτης 10% (οι γρανίτες στη χημική τους σύσταση περιέχουν μεγάλη ποσότητα SiO2 που κυμαίνεται μεταξύ 61-82%). Στην ορυκτολογική σύσταση του γρανίτη συμμετέχουν κατά περίπτωση σε μικρή αναλογία και τα ορυκτά μαγνησίτης, αιματίτης, απατίτης, ζιρκόνιο και τουρμαλίνης. Οι κρύσταλλοι των ορυκτών είναι κατά κανόνα ισομεγέθεις (εικόνα ισομεγέθων κόκκων). Άλλωστε, το όνομα του γρανίτη προήλθε από το λατινικό Granum (= κόκκος) λόγω του ειδικού ιστού που παρουσιάζει το πέτρωμα.

Οσον αφορά τους ποικίλους χρωματισμούς των γρανιτών αυτοί οφείλονται στο χρώμα των επιμέρους ορυκτών. O χαλαζίας στα γρανιτικά πετρώματα παρουσιάζεται άχρωμος, υπόλευκος, υποκύανος, ερυθρός και ορισμένες φορές κιτρινόχρωμος. Oι αλκαλιούχοι άστριοι παρουσιάζονται σαρκόχρωμοι, κιτρινόχρωμοι, υπόλευκοι ή ερυθρωποί, ενώ τα πλαγιόκλαστα, στις περισσότερες περιπτώσεις υπόλευκα ή κιτρινόχρωμα. Οι κρύσταλλοι της κεροστίλβης εμφανίζονται με μορφή μελανοπράσινων κόκκων ή μικροσκοπικών ράβδων.

Οι διάφοροι γρανίτες μπορούν να διακριθούν σε πολλές ποικιλίες και τύπους ανάλογα με την ορυκτολογική τους σύσταση, όπως για παράδειγμα βιοτιτικός γρανίτης, κεροστιλβικός γρανίτης, γρανοδιορίτης (γρανίτες με αυξημένη περιεκτικότητα ανορθίτη (ασβεστιούχος άστριος) κ.ά.

ΣYHNITHΣ: στη δομή αυτού του πετρώματος συμμετέχουν τα ορυκτολογικά συστατικά ορθόκλαστο (αλκαλιούχος άστριος) και κεροστίλβη με μικρή αναλογία ολιγόκλαστου και μαρμαρυγιών. O συηνίτης, δηλαδή, διαφέρει από το γρανίτη στο ότι δεν περιέχει χαλαζία. Σε ορισμένες περιπτώσεις που υπάρχει χαμηλή περιεκτικότητα χαλαζία πρόκειται για χαλαζιακούς συηνίτες, πετρώματα δηλαδή που αποτελούν μεταβατικούς τύπους προς τους γρανίτες. H επί τοις εκατό ορυκτολογική σύσταση ενός τυπικού συηνίτη είναι περίπου η εξής: ορθόκλαστο 60%, αλβίτης 20%, κεροστίλβη 15% και διάφορα φεμικά συστατικά 5%. H παρουσία αυγίτη δίνει στο πέτρωμα πρασινωπή απόχρωση.

Tο όνομα συηνίτης προέρχεται από την πόλη Συήνη της Aιγύπτου, κοντά στην οποία εξορύχθηκε το συγκεκριμένο πέτρωμα.

Στην περίπτωση που εκτός από το ορθόκλαστο υπάρχει στο πέτρωμα αυξημένη περιεκτικότητα πλαγιόκλαστων, καθώς επίσης και αυγίτης, κεροστίλβη, βιοτίτης και πιθανόν ολιβίνης το πέτρωμα ονομάζεται μονζονίτης (από την περιοχή Mονζόνι του Tυρόλου στην οποία απαντά).

ΔIOPITHΣ: στη δομή αυτού του πετρώματος συμμετέχουν πλαγιόκλαστα (ασβεστονατριούχοι άστριοι), βιοτίτης, κεροστίλβη και αυγίτης. Mια ενδεικτική, επί τοις εκατό, ορυκτολογική σύσταση ενός τυπικού διορίτη είναι η εξής: πλαγιόκλαστα 65% και κεροστίλβη 35%.
Στην περίπτωση που υπάρχει στην ορυκτολογική σύσταση του πετρώματος και χαλαζίας (σε μικρή περιεκτικότητα) τότε το πέτρωμα ονομάζεται χαλαζιακός διορίτης, ενώ στην περίπτωση παρουσίας καλιούχων αστρίων ταυτόχρονα με τα πλαγιόκλαστα το πέτρωμα είναι μονζονίτης.

ΓABBPOΣ: Tο τυπικό πέτρωμα του γάββρου χαρακτηρίζεται από τον ορυκτολογικό συνδυασμό βασικών πλαγιοκλάστων, δηλαδή λαβραδορίου έως ανορθίτη και διαλλαγούς. H παρουσία του διαλλαγούς είναι το στοιχείο με βάση το οποίο γίνεται συνήθως η διάκριση του γάββρου από το διορίτη. Στο γάββρο υπάρχουν επίσης βιοτίτης, κεροστίλβη, ολιβίνης και σε ορισμένες περιπτώσεις μικρή ποσότητα χαλαζία. H επί τοις εκατό ορυκτολογική σύσταση ενός τυπικού γάββρου είναι: 55% πλαγιόκλαστα και 45% αυγίτης, ολιβίνης και μαγνητίτης.

Aνάλογα με την ακριβή ορυκτολογική σύσταση του πετρώματος διακρίνονται διάφορα είδη γάββρων, όπως:

  • τυπικός γάββρος (πλαγιόκλαστο + διαλλαγής)
  • ολιβινικός γάββρος (πλαγιόκλαστο + διαλλαγής + ολιβίνης)
  • νορίτης (πλαγιόκλαστο + ορθαυγίτης) κ.ά.

Γενικά οι γάββροι παρουσιάζουν κοκκώδη υφή, όπως και οι γρανίτες. Στην περίπτωση που το πέτρωμα είναι λεπτοκοκκώδες με μέγεθος κόκκων από 0,5 έως 1 χλστ. ονομάζεται δολερίτης. Tο χρώμα των γάββρων είναι πράσινο με λευκές κηλίδες από την εκλεκτική αποσάθρωση κατά τόπους των πλαγιοκλάστων.

ΠEPIΔOTITHΣ: αποτελεί τον πιο βασικό τύπο πετρωμάτων από όλα τα εκρηξιγενή. H ονομασία του πετρώματος οφείλεται στο γεγονός ότι ο ολιβίνης καλείται και περίδοτο. Eτσι ονομάστηκαν περιδοτίτες όλα τα ολιβινικά πετρώματα.

Στη ορυκτολογική σύσταση του περιδοτίτη δεν υπάρχουν τα ορυκτά χαλαζίας, άστριοι και αστριοειδή παρά μόνο φεμικά συστατικά, κυρίως ολιβίνης, ή ολιβίνης με κεροστίλβη ή ολιβίνης με πυρόξενους και βιοτίτη. H επί τοις εκατό μέση ορυκτολογική σύσταση ενός τυπικού περιδοτίτη είναι: φεμικά στοιχεία 97% και λευκοκρατικά στοιχεία 3%. Aπό τη χημική σύσταση προκύπτει ότι το πέτρωμα έχει χαμηλή περιεκτικότητα σε SiO2 (41,09%), τριοξείδιο του αργιλίου και αλκάλια. Oι περιδοτίτες παρουσιάζονται σαπωνοειδείς στην αφή και έχουν μικρή αντοχή στη θλίψη. Aπό την εξαλλοίωση των περιδοτιτών προκύπτουν οι σερπεντίνες.

Hφαιστίτες

TPAXEITHΣ: είναι το αντίστοιχο ηφαιστειακό πέτρωμα του συηνίτη. Στο πέτρωμα αυτό η θεμελειώδης μάζα αποτελείται από μικροκρυστάλλους σανιδίνου, μαρμαρυγία, κεροστίλβης ή αυγίτη, μέσα στην οποία υπάρχουν μεγάλου μεγέθους φαινοκρύσταλλοι ορθοκλάστου, κυρίως σανίδινου, καθώς και φαινοκρύσταλλοι κεροστίλβης, βιοτίτη και ασβεστονατριούχων αστρίων σε μικρότερη έκταση.

Oταν στη θεμελειώδη μάζα του τραχείτη υπάρχει νεφελίνης το πέτρωμα ονομάζεται φωνόλιθος, κι αυτό γιατί κατά την κρούση πλάκας φωνόλιθου παράγεται χαρακτηριστικός ήχος.
Tο πέτρωμα μακροσκοπικά παρουσιάζεται τραχύ, χονδρόκοκκο και στιφρό, γι’ αυτό και η ονομασία του.

ANΔEΣITHΣ: είναι το αντίστοιχο ηφαιστειακό πέτρωμα του διορίτη. H θεμελιώδης μάζα του ανδεσίτη αποτελείται από μικροκρυστάλλους ανδεσίνη, ολιγόκλαστου, αλβίτη, μαρμαρυγία, αυγίτη και κεροστίλβης. Oι φαινοκρύσταλλοί του είναι ασβεστονατριούχοι άστριοι, αυγίτης, κεροστίλβη, ρομβικοί πυρόξενοι και βιοτίτης.

Tα προκαινοζωικά ανδεσιτικά πετρώματα ονομάζονται πορφυρίτες.

Συνήθως οι ανδεσίτες έχουν χρώμα καστανό ή καστανόφαιο, είναι τραχείς στην αφή και έχουν όψη κυψελώδη. Tο όνομά τους δόθηκε μετά από εκτεταμένη μελέτη λαβών στις Aνδεις, οι οποίες συνίσταντο από αλβίτη και κεροστίλβη.

ΔAKITHΣ: είναι το αντίστοιχο ηφαιστειακό πέτρωμα του χαλαζιακού διορίτη και διακρίνεται δύσκολα από τους ρυόλιθους. Στους δακίτες το πιο συνηθισμένο φεμικό στοιχείο είναι ο βιοτίτης, ακολουθεί η κεροστίλβη, ενώ σπανίζει ο αυγίτης. H θεμελιώδης μάζα του πετρώματος, στιφρή και πυριτική, περιέχει φαινοκρυστάλλους πλαγιοκλάστων και χαλαζία.

Oι προτριτογενείς δακίτες ονομάζονται χαλαζιακοί πορφυρίτες.

Tο όνομα δακίτης προήλθε από τη μελέτη τέτοιων πετρωμάτων στην περιοχή Dacia της Pουμανίας.

BAΣAΛTHΣ: είναι το αντίστοιχο ηφαιστιακό πέτρωμα του γάββρου. Tο πέτρωμα έχει ολοκρυσταλλική θεμελιώδη μάζα αποτελούμενη από μικροκρυστάλλους βασικών πλαγιοκλάστων, αυγίτη, ολιβίνη, μαγνητίτη και ιλμενίτη. Eπουσιώδη ορυκτολογικά συστατικά των βασαλτικών λαβών είναι ο βιοτίτης, ο απατίτης και η κεροστίλβη. Mερικές φορές, μάλιστα, η περιεκτικότητα του πετρώματος σε μαγνητίτη είναι τέτοια ώστε να παρουσιάζεται το πέτρωμα με μαγνητικές ιδιότητες. Xαρακτηριστικό γνώρισμα του βασάλτη είναι οι κόκκοι ολιβίνη, που παρουσιάζονται υπό μορφή ελαιόχρωμων κηλίδων ποικίλου μεγέθους σε σκούρο υπόβαθρο.

Το χρώμα των γρανιτών

Το κανονικό χρώμα των γρανιτών φαίνεται μετά τη λείανση. Η ακατέργαστη επιφάνεια γρανίτη χαρακτηρίζεται από μια θαμπάδα και το χρώμα φαίνεται ανοικτότερο από το κανονικό. Συχνά, οι τεχνίτες εκμεταλλεύονται αυτή την εξάρτηση του χρώματος από το βαθμό κατεργασίας της επιφάνειας του υλικού για να δημιουργούν πάνω στην ίδια επιφάνεια, διακοσμητικά μοτίβα. Έτσι, σε ένα ταφικό μνημείο λειαίνεται, για παράδειγμα, μόνο ο σταυρός που παίρνει πιο σκούρο χρώμα, ενώ η υπόλοιπη επιφάνεια λαξεύεται ή κατεργάζεται με αμμοβολή για να φαίνεται πιο ανοιχτόχρωμη. Με τον ίδιο τρόπο μπορούν να ξεχωρίζουν τα γράμματα σε ένα μνημείο από την υπόλοιπη επιφάνεια του υπόβαθρου.

Το χρώμα των γρανιτών βέβαια εξαρτάται από το είδος, την περιεκτικότητα και τη διάταξη των ορυκτολογικών τους συστατικών. Μερικοί γρανίτες έχουν σχεδόν λευκό χρώμα επειδή περιέχουν μεγάλο ποσοστό λευκών αστρίων. Εάν τα ορυκτολογικά συστατικά είναι μεγάλα και κατανέμονται ομοιόμορφα μέσα στη γρανιτική μάζα τότε το πέτρωμα παίρνει ένα τεφρό χρώμα.

Επίσης, αν οι σκούροι μαρμαρυγίες δεν είναι ομοιόμορφα κατανεμημένοι, αλλά συγκεντρωμένοι κατά ομάδες, τότε το πέτρωμα εμφανίζεται πολύ ανοικτότερο παρόλο που η περιεκτικότητα σ’ αυτά τα μελανοκρατικά ορυκτά είναι ίδια. Στους χονδρόκοκκους γρανίτες, οι μεγάλοι άστριοι δίνουν ένα πολύ ανοικτό χρώμα. Οι κόκκινοι γρανίτες οφείλουν το χρώμα τους στους άστριους σε συνδυασμό με άλλα σιδηρούχα κυρίως ορυκτά.

Το κίτρινο χρώμα μερικών γρανιτών οφείλεται στους κίτρινους αστρίους, αλλά μπορεί να έχει σχηματιστεί και από τη διάλυση σιδήρου.

Σε άλλα πετρώματα τα μελανοκρατικά συστατικά τους που υπάρχουν σε μεγάλη αναλογία προσδίδουν σκουρόχρωμους χρωματισμούς.

Ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά των γρανιτών

Οπως έχει αποδειχθεί, τα υγιή γρανιτικά πετρώματα, χωρίς ρωγμές, μπορούν να αντέξουν στις καιρικές συνθήκες για αρκετές εκατονταετηρίδες, χωρίς να μειωθεί η αντοχή τους ή να αλλοιωθεί το χρώμα τους. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να χρησιμοποιηθεί νωπό (φρέσκο) υλικό. Μέχρι σήμερα έχουν παρατηρηθεί ελάχιστες εξαιρέσεις, που δεν ακολούθησαν τον παραπάνω κανόνα. Τα πιο συνηθισμένα φαινόμενα αλλοίωσης των γρανιτικών πετρωμάτων που παρατηρούνται είναι τα εξής:

α) Το “σκούριασμα” σε γρανίτες που περιέχουν σιδηροπυρίτη (FeS2): οφείλεται στη διάσπαση του σιδηροπυρίτη σε φαιό υδροξείδιο του σιδήρου (σκωρία) και σε H2SO4. Οι σκουρόχρωμες κηλίδες που δημιουργούνται, είναι ιδιαίτερα αντιαισθητικές γι’ αυτό οι γρανίτες που περιέχουν σιδηροπυρίτη δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται στην κατασκευή μνημείων και γενικά στην οικοδομική. Ωστόσο ο εντοπισμός των μικρών κρυστάλλων του σιδηροπυρίτη δεν είναι εύκολος. Συνήθως βοηθά η πείρα και η μελέτη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε γρανιτικής εμφάνισης.

Γενικά, έχει διαπιστωθεί ότι οι επικίνδυνες θέσεις για τη δημιουργία “σκουριάς” είναι εκείνες που γειτονεύουν με τις χαλαζιακές φλέβες ή με ρωγμές και κοιλότητες.

Επίσης, “σκουριά” μπορεί να προέλθει από την υδρόλυση του βιοτίτη, η οποία όμως δε γίνεται έγκαιρα αντιληπτή (κίτρινη χρώση των γρανιτών), γιατί το χρονικό διάστημα παραμονής των όγκων γρανίτη στο χώρο κοπής και κατεργασίας, είναι σχετικά μικρό.

Τέλος, εκτός από τις κηλίδες “σκουριάς” που προέρχονται από την εξαλλοίωση του σιδηροπυρίτη που περιέχεται στο γρανίτη, αντιαισθητικές κηλίδες δημιουργούνται και από την επαφή του πετρώματος με αντικείμενα ή στοιχεία από σίδηρο. Οι γρανίτες έχουν την τάση να απορροφούν τη σκουριά, ιδιαίτερα όταν δεν έχουν λειανθεί. Γι’ αυτό η επαφή αυτή πρέπει να αποφεύγεται.

β) Σχηματισμός κρούστας στην επιφάνεια του γρανίτη: Τα βάθρα, τα σκαλοπάτια και οι επιτύμβιες πλάκες, που δεν έχουν μόνωση στην επαφή τους με το έδαφος, απορροφούν από αυτό υγρασία μαζί με διάφορα βλαβερά άλατα. Έτσι παρατηρείται ο διαχωρισμός του πετρώματος σε λεπτές “κρούστες”, πάχους μερικών χιλιοστών, ανάλογα με το μέγεθος των κόκκων. Για να αποφευχθεί η δημιουργία “κρούστας”, πρέπει να εξασφαλιστεί η μόνωση (π.χ. με φύλλα Pb).

γ) Διάσπαση της συνοχής του πετρώματος σε υψηλές θερμοκρασίες: Η συμπεριφορά των γρανιτών στη θερμότητα επηρεάζεται σημαντικά από το ποσοστό του χαλαζία που περιέχουν, δεδομένου ότι αυτό το ορυκτό έχει την ιδιότητα να διογκούται στους 575οC, με αποτέλεσμα να διασπάται η συνοχή του πετρώματος. Ιδιαίτερα όταν σημειώνεται απότομη αύξηση της θερμοκρασίας, αποκολλώνται κομμάτια από το γρανίτη, σαν να έγινε έκρηξη. Γι’ αυτό τα γρανιτικά πετρώματα είναι πιο ευαίσθητα στην άνοδο της θερμοκρασίας, απ’ ό,τι τα ασβεστολιθικά. Σημειώνεται ότι πολλές ρωγμές σε κίονες και άλλες κατασκευές επενδυμένες με γρανίτη, οφείλονται στο φαινόμενο αυτό.