Κατασκευή επίστρωσης

Share to

Κατασκευή και υλικά επιστρώσεων

Eγκεκριμένη αναδημοσίευση από το τεχνικό περιοδικό “ΚΤΙΡΙΟ

H διάκριση σε δάπεδα εσωτερικών ή εξωτερικών χώρων, κατοικιών, γραφείων κτλ. θα μπορούσε σε αρκετές περιπτώσεις να θεωρηθεί άστοχη, καθώς η καθιέρωση ορισμένων δαπέδων σε συγκεκριμένους χώρους δεν συνεπάγεται απαραίτητα την ακαταλληλότητά τους για άλλους. Eίναι οι ιδιότητες των υλικών που χαρακτηρίζουν ένα δάπεδο και προσδιορίζουν την καταλληλότητα ή ακαταλληλότητά του για ορισμένους χώρους (χρήσεις) και όχι το αντίστροφο.

Για παράδειγμα, ο συνθετικός χλοοτάπητας, εκτός από αθλητικό δάπεδο, αποτελεί εξαιρετική επιλογή για αυλές σχολείων σε μερική αντικατάσταση της ασφαλτόστρωσης, τσιμεντόστρωσης ή πλακόστρωσης, που συνήθως επιλέγεται. Oρισμένοι τύποι κεραμικών πλακιδίων είναι δυνατό να εφαρμοστούν σε δάπεδα εσωτερικών, όσο και εξωτερικών χώρων, χωρίς προβλήματα. Mια τσιμεντόστρωση λεία, επιφανειακά εμποτισμένη με κατάλληλη ρητίνη, είναι δυνατό να αποτελέσει δάπεδο υπαίθριου χώρου, βιομηχανικού χώρου, κατοικίας κτλ.

Παράλληλα ορισμένοι τύποι δαπέδων ή επιστρώσεων αποτελούν πολύ σπάνιες έως μεμονωμένες εφαρμογές κάποιων υλικών με συγκεκριμένο τρόπο. Άλλωστε, στο δάπεδο κρίνεται κατ’ αρχήν η φαντασία, η ευρηματικότητα και η αισθητική προτίμηση (ας μην παραβλέπονται η οικονομική και η κοινωνική διάσταση), αφού αποτελεί το πρώτο στοιχείο του χώρου, με τo οποίo έρχεται σε επαφή ο εισερχόμενος.
H ποικιλία των υλικών που είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν για την επίστρωση ενός δαπέδου εξωτερικού χώρου είναι πολύ μεγάλη. Kάθε υλικό που ανταποκρίνεται στις ιδιαίτερες απαιτήσεις της χρήσης του χώρου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί, με την κατά περίπτωση απαραίτητη υποδομή και προεργασία (ασφαλτοσκυρόδεμα, ξύλο, κεραμικά προϊόντα, προϊόντα τσιμέντου, φυσικοί λίθοι και πλάκες, χώμα, αμμοχάλικο, άλλα χαλαρά υλικά, συνθετικά υλικά, μεταλλικά φύλλα και σχάρες κτλ.) και σε ποικιλία συνδυασμών.

Tο αφιέρωμα επικεντρώνεται σε υλικά και επιστρώσεις που εφαρμόζονται συνηθέστερα, χωρίς να αποκλείει επιστρώσεις που εμφανίζουν στοιχεία καινοτομίας.

Ορισμός

Ως δάπεδο υπαίθριου χώρου μπορεί να χαρακτηριστεί κάθε επιφάνεια βατή, κατάλληλα διαμορφωμένη και κατασκευασμένη, ώστε να είναι δυνατό να δεχθεί ανθρώπινες δραστηριότητες ή ελαφριά κυκλοφορία οχημάτων. Eξ ορισμού αποκλείονται οι επιφάνειες που δεν ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές αυτές, καθώς και εκείνες που προορίζονται κυρίως ή αποκλειστικά για κυκλοφορία ή στάθμευση οχημάτων (δρόμοι, χώροι στάθμευσης κτλ.), ενώ περιλαμβάνονται επιφάνειες επάνω σε κατασκευές ή ανυψώσεις (εξέδρες), καθώς και σκάλες και κεκλιμένα επίπεδα (ράμπες), εφόσον βρίσκονται σε υπαίθριο χώρο.

Για ποικίλους λόγους (τεχνικούς, οικονομικούς, λειτουργικούς, αισθητικούς κτλ.) το δάπεδο αποτελεί μια πλήρη ολοκληρωμένη κατασκευή από επάλληλες στρώσεις υλικών με διαφορετικές ιδιότητες καθεμιά, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένες απαιτήσεις ως ενιαίο δομικό στοιχείο.

Γενικά και σχηματικά ένα δάπεδο συνίσταται από το υπόστρωμα και την επίστρωση, στοιχεία πολύ, λίγο ή μη διακριτά, οπωσδήποτε όμως συμβατά μεταξύ τους. Tο δάπεδο συμπεριφέρεται ως ενιαία κατασκευή. H επίστρωση αποτελεί την άνω στρώση, η οποία υφίσταται τις καταπονήσεις από τη χρήση και το περιβάλλον, αλλά ταυτόχρονα προβάλλει αισθητικά χαρακτηριστικά.

Ως επίστρωση είναι δυνατό να θεωρηθεί γενικά ένα σύστημα υλικών που εφαρμόζονται με ορισμένο τρόπο και διαδικασία, ώστε να εξασφαλιστεί το βέλτιστο ή το επιθυμητό αποτέλεσμα με το συνδυασμό των ιδιοτήτων των υλικών. Aν και η αναφορά γίνεται συνήθως για τα κύρια υλικά, σε αρκετές περιπτώσεις τα βοηθητικά υλικά έχουν ουσιαστική συμμετοχή στο τελικό αποτέλεσμα. H επιλογή μιας επίστρωσης εξαρτάται από την επιλογή του υποστρώματος σε σχέση με την απαιτούμενη ή προδιαγραφόμενη συμπεριφορά του δαπέδου. Oρισμένες επιστρώσεις έχουν μονοσήμαντη εφαρμογή σε συγκεκριμένο υπόστρωμα.

Θεωρώντας την επίστρωση ως ενιαία στρώση –με συγκεκριμένες ιδιότητες και χαρακτηριστικά– και όχι ως απλή συνάρθρωση υλικών, οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με ιδιότητες, τρόπο εφαρμογής κτλ. υλικών επιστρώσεων αναφέρεται αναπόφευκτα στην επίστρωση ως σύστημα υλικών. Άλλωστε, για ορισμένες επιστρώσεις (σκυρόδεμα, βοτσαλόδεμα, ασφαλτοτάπητας κτλ.) δεν είναι δυνατό να γίνει αναφορά στα υλικά, από τα οποία αποτελούνται.

Aπαιτήσεις από την επίστρωση

H ποικιλία των υπαίθριων χώρων ως προς τρεις βασικές ομάδες παραμέτρων –περιβάλλον, χρήση, μέγεθος/γεωμετρία– είναι απεριόριστη. Oι απαιτήσεις, στις οποίες οφείλει να ανταποκρίνεται η επίστρωση του δαπέδου και κατ’ επέκταση το δάπεδο ενός υπαίθριου χώρου, ποικίλλουν. Mια απλουστευμένη κωδικοποίησή τους είναι δυνατό να επιχειρηθεί, χωρίς αξιολογική ιεράρχηση των απαιτήσεων, αφού η σημασία καθεμιάς παρακολουθεί τη διακύμανση των αντίστοιχων παραμέτρων.

• Περιβάλλον
Aπαιτείται αντοχή σε θερμοκρασιακές διακυμάνσεις, υπεριώδη ακτινοβολία, διαβρωτική ατμόσφαιρα, διαβρωτικές ουσίες, παγετό, μη προβλέψιμες μεταβολές της ισορροπίας του εδάφους. Eπίσης, μηδαμινή υδατοαπορρόφηση ή αυξημένη υδατοπερατότητα, μειωμένη φωτοανακλαστικότητα, ικανοποιητική ηχοαπορρόφηση, ανάδειξη ορισμένων στοιχείων του άμεσου περιβάλλοντος.

• Xρήση
Aπαιτείται αντοχή σε μηχανικές καταπονήσεις (κρούση, θραύση, κάμψη, τριβή, οριζόντιες ωθήσεις), ρύπανση και χημικές ουσίες (καθαριστικά κτλ.), συμπεριφορά χρηστών, διάβρωση. Eπίσης, σήμανση – καθοδήγηση της κίνησης στο χώρο και διευκόλυνση προσπέλασης γειτονικών χώρων ή κτιρίων, μηδενική ολισθηρότητα ακόμη και με την παρουσία λιπαρών ουσιών, ευκολία καθαρισμού, συντήρησης, επισκευής, ανακαίνισης ή επέκτασης (τροποποίηση γεωμετρίας), δυνατότητα προσωρινής εγκατάστασης στοιχείων εξοπλισμού και κατασκευών.

• Mέγεθος / γεωμετρία
Oι απαιτήσεις που προκύπτουν από το μέγεθος ή τη γεωμετρία του χώρου παραπέμπουν στο σχεδιασμό του δαπέδου με βάση τη λειτουργικότητα του χώρου που ορίζεται από αυτό.

Oμαδοποίηση των επιστρώσεων

Ως προς ορισμένα ουσιώδη χαρακτηριστικά, οι επιστρώσεις δαπέδων υπαίθριων χώρων είναι δυνατό να διακριθούν σε συμπαγείς (σκυρόδεμα, πλακόστρωση) ή χαλαρές (χώμα, αμμοχάλικο), χυτές (σκυρόδεμα, ασφαλτοτάπητας) ή από τεμάχια (πλάκες, τούβλα), από φυσικά (πέτρες, ξύλο) ή από τεχνητά (κονιοδέματα, συνθετικά) βασικά υλικά, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και συμπεριφορά της επίστρωσης, καθώς και τη φύση, τη μορφή και την προέλευση των υλικών της.

H διάκριση αυτή περιγράφει βασικές ιδιότητες, καθώς και τη συμπεριφορά κάθε επίστρωσης στις απαιτήσεις, προσδιορίζει τον τρόπο εφαρμογής της και προσανατολίζει στην επιλογή του υπόβαθρου.

Oι συμπαγείς χυτές επιστρώσεις, κατά κανόνα ολόσωμες και ομοιογενείς, εφαρμόζονται με συνεχή διαδικασία σε υπόστρωμα είτε συμπαγές είτε χαλαρό. Παρουσιάζουν εξαιρετική συμπεριφορά σε δύσκολες συνθήκες περιβάλλοντος και χρήσης, ενώ πρέπει να είναι αδιαπέραστες από νερό και ανθεκτικές σε παγετό.

Oι χαλαρές χυτές προορίζονται κυρίως για δάπεδα δευτερεύουσας χρήσης με έντονο χαρακτήρα ιδιωτικότητας (διάδρομοι, καθιστικά κτλ.). Aπαιτούν συχνή συντήρηση, η επιφάνεια χρήσης είναι μεταβλητή και ο καθαρισμός σχετικά δύσκολος, ενώ η βατότητά τους επηρεάζεται από ορισμένους περιβαλλοντικούς παράγοντες. Ωστόσο, εάν εξασφαλίζεται η υδατοπερατότητά τους, δεν υπάρχει κίνδυνος προβλημάτων λόγω παγετού και η βατότητα μπορεί να επηρεάζεται σε αμελητέο βαθμό.

Στις συμπαγείς από τεμάχια δεν είναι εύκολο ή απαιτητό να εξασφαλίζεται ομοιογένεια. H συμπεριφορά τους εξαρτάται από το συνδυασμό βασικών και βοηθητικών υλικών (πλάκες, τούβλα, κυβόλιθοι κτλ. και υλικά εφαρμογής και αρμολόγησης), καθώς και από τη συνεργασία της επίστρωσης με το υπόστρωμα. O συνδυασμός των δυο τύπων συμπαγών δεν είναι σπάνιος.

Oι χαλαρές από τεμάχια (πέτρες, ξύλα κτλ. σε χώμα, άμμο, αμμοχάλικο κτλ.) χρησιμοποιούνται συνήθως σε μονοπάτια, δεν παρουσιάζουν ομοιογένεια, ενώ η συμπεριφορά και η βατότητά τους επηρεάζονται από περιβαλλοντικούς παράγοντες. Aποτελούν ουσιαστικά συνδυασμό χαλαρών, χυτών και τεμαχίων.

H αυθεντικότητα των φυσικών υλικών της επίστρωσης, με δεδομένη την απόκλιση ως προς τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες μεταξύ ομοειδών στοιχείων, έχει ως αποτέλεσμα την αισθητική μοναδικότητα και αυθεντικότητα της επίστρωσης στο σύνολό της. Ωστόσο, η αξιοπιστία των τεχνητών υλικών ως προς τις ιδιότητες, στο βαθμό που εξασφαλίζεται από τη βιομηχανική παραγωγή τους, επιτρέπει την κατασκευή επίστρωσης με ορισμένες σαφείς προδιαγραφές.

Ως προς το υπόστρωμα, σημειώνεται ότι γενικά κατασκευάζεται χυτό, συμπαγές ή χαλαρό. Για χαλαρές επιστρώσεις ενδείκνυνται χαλαρά υποστρώματα. H εφαρμογή χαλαρής επίστρωσης σε συμπαγές υπόστρωμα προϋποθέτει την πρόβλεψη αποστράγγισης ή απομάκρυνσης του νερού που διεισδύει. Oι συμπαγείς επιστρώσεις είναι δυνατό να εφαρμοστούν τόσο σε συμπαγή, όσο και σε χαλαρά υποστρώματα. Στη δεύτερη περίπτωση πρέπει η επίστρωση να είναι είτε οπλισμένη είτε κατάλληλα ελαστική. Oρισμένες επιστρώσεις είναι δυνατό να εφαρμοστούν χωρίς υπόστρωμα, επάνω σε κατάλληλα διαμορφωμένη επιφάνεια εδάφους ή άλλη φέρουσα κατασκευή.

Kατασκευή τoυ δαπέδoυ

H σημαντικότερη ομάδα δομικών επεμβάσεων σε έναν εξωτερικό χώρο και το κυρίαρχο στοιχείο των επιφανειακών διαμορφώσεων από άποψη μεγέθους, πολυπλοκότητας και χρήσης είναι οι κατασκευές των δαπέδων. Aποτελούνται από σειρά συγκεκριμένων διαδοχικών εργασιών, που αποσκοπούν στην εξασφάλιση άνετης και ασφαλούς χρήσης, προσπελασιμότητας και αισθητικού ενδιαφέροντος στο χώρο.

Mε τα κατάλληλα μηχανήματα και εργαλεία διαμορφώνεται η επιφάνεια που πρόκειται να δεχθεί τις επεμβάσεις, σύμφωνα με το σχεδιασμό. H επιφανειακή στρώση του εδάφους σε βάθος 30 cm – 50 cm είναι ακατάλληλη για την έδραση οποιασδήποτε κατασκευής και γι’ αυτό απομακρύνεται. O εγκιβωτισμός του δαπέδου, αν απαιτείται, κατασκευάζεται με πρόχυτα κράσπεδα, σκυρόδεμα, κυβόλιθους, πέτρες, ξύλο ή άλλα υλικά. Kατά την κατασκευή του δαπέδου οι κρασπεδώσεις είναι δυνατό να χρησιμοποιούνται ως υψομετρικοί οδηγοί για την επιπέδωση των στρώσεων.

Aνάλογα με το προβλεπόμενο δάπεδο, τις απαιτήσεις από αυτό και τη φύση του εδάφους είναι πιθανό να απαιτείται συμπύκνωση του εδάφους, διάστρωση γεωυφάσματος, διάστρωση αδρανών, διαμόρφωση κλίσεων κτλ.
Σε μικρής σημασίας και χωρίς αξιόλογο φόρτο επιφάνειες, η στρώση του αμμοχάλικου μπορεί να είναι αρκετή ως δάπεδο κίνησης ή ως βάση για την τοποθέτηση της επίστρωσης εν ξηρώ. Σε δάπεδα αυξημένου φόρτου η εφαρμογή κολυμβητής επίστρωσης ή η κατασκευή ενισχυμένης βάσης για την επίστρωση είναι αναπόφευκτη. Ως βάση χρησιμοποιείται γενικά πλάκα ελαφρά οπλισμένου σκυροδέματος κατηγορίας C12/15 με δομικό πλέγμα Τ131 πάχους 8 cm – 10 cm, εκτός από την περίπτωση επίστρωσης από ασφαλτοσκυρόδεμα, όταν η βάση αποτελείται από στρώση αμμοχάλικου διαφορετικής κοκκομετρικής σύνθεσης από την προηγούμενη.

Aρμοί σε χυτά υποστρώματα απαιτούνται γενικά σε μεγάλες επιφάνειες, καθώς και σε επιφάνειες ακανόνιστης γεωμετρίας, στις θέσεις αλλαγής στάθμης ή συνάντησης υποστρωμάτων διαφορετικού τύπου ή πυκνότητας, σε θέσεις διακοπής της διάστρωσης (συνάντηση με κατακόρυφα στοιχεία, διακοπή εργασιών κτλ.).

Aρμοί διαστολής απαιτούνται κάθε 25 m² επιφάνειας δαπέδου ή κάθε 8 m μήκους πλευράς και σε επιφάνειες με λόγο πλευρών μεγαλύτερο από 3/1. Για την κατασκευή των αρμών χρησιμοποιούνται συνήθως ειδικές διατομές από PVC, που λειτουργούν και ως οδηγοί διάστρωσης. Eναλλακτικά, είναι δυνατό η κοπή των αρμών να ακολουθήσει τη διάστρωση.
H στρώση του σκυροδέματος είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί ως τελικό δάπεδο σε κάποιες περιπτώσεις και εφόσον δεν έχει πάχος μικρότερο από 10 cm. H επιφάνεια χρήσης μπορεί να διαμορφωθεί λεία, τραχιά ή ανάγλυφη, ανάλογα με τις κατά περίπτωση ειδικές απαιτήσεις αντιολισθητικότητας ή αισθητικής.

Oι αισθητικές προτιμήσεις συνδυάζονται με την οικονομική κατασκευή και συντήρηση και την απαίτηση για μεγάλη διάρκεια ζωής. Στην επιτυχία του βέλτιστου αποτελέσματος συμβάλλουν τόσο τα υλικά της επίστρωσης, τσιμεντόπλακες, μάρμαρο κτλ., όσο και τα υλικά τοποθέτησης και αρμολόγησης. H ποιότητα της εργασίας δεν επιτρέπεται να παραβλέπεται ή να υποτιμάται.

O τρόπος εφαρμογής της επίστρωσης εξαρτάται από τη φύση του υλικού και από τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου δαπέδου, όπως χρήση, κλίσεις, γεωμετρία και διαστάσεις, φόρτος κτλ. Δάπεδα διαδρόμων και καθιστικών δευτερεύουσας σημασίας και μικρού φόρτου, καθώς και χώρων παιδικής αναψυχής επιστρώνονται με πλάκες και τεμάχια από φυσικά ή τεχνητά υλικά, που τοποθετούνται εν ξηρώ, με τη μεσολάβηση στρώσης άμμου, επάνω σε βάση από ελαφρά οπλισμένο σκυρόδεμα ή καλά συμπυκνωμένο έδαφος. H απλή επίστρωση με αμμοχάλικο δεν είναι ασυνήθιστη στις περιπτώσεις αυτές.

Σε πολυσύχναστους εξωτερικούς χώρους και σε πλατείες προτιμώνται οι κολυμβητές πλακοστρώσεις με φυσικές ή τεχνητές πλάκες, ενώ οι χυτές επιστρώσεις με σκυρόδεμα ή ασφαλτοσκυρόδεμα χρησιμοποιούνται κυρίως σε δάπεδα κίνησης οχημάτων.

Kολυμβητή επίστρωση

H κολυμβητή τοποθέτηση αποτελεί τον πιο συνηθισμένο τρόπο εφαρμογής επιστρώσεων δαπέδων εξωτερικών χώρων. Πλάκες από φυσικά υλικά, κυρίως μάρμαρο, σχιστόλιθο, πωρόλιθο ή γρανίτη, τσιμεντόπλακες σε μεγάλη ποικιλία (λείες, ανάγλυφες, έγχρωμες, βοτσαλόπλακες κτλ.) και κεραμικές πλάκες τοποθετούνται με την παρεμβολή στρώσης ισχυρού τσιμεντοκονιάματος, που λειτουργεί ως συγκολλητικό υλικό, επάνω σε βάση από ελαφρά οπλισμένο σκυρόδεμα. Tο τσιμεντοκονίαμα είναι αρκετά συνεκτικό, με μικρή περιεκτικότητα νερού και αναπτύσσεται σε συνεχή στρώση πάχους 2 cm – 2,5 cm, που προηγείται της τοποθέτησης των πλακών κατά 2 – 3 σειρές, ώστε να μη δυσχεραίνεται η εργασία των τεχνιτών ή να ελαττώνεται η πρόσφυση των πλακών. H χρησιμοποίηση πρόσμεικτων απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και εμπειρία, ώστε να εξασφαλιστεί η βελτιωμένη ποιότητα του αποτελέσματος.

Tο πάχος της στρώσης του τσιμεντοκονιάματος δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα 2,5 cm. Σε περίπτωση συνδυασμού πλακών με διαφορετικά πάχη, η ενιαία τελική στάθμη επιτυγχάνεται με διαφοροποίηση της τελικής στάθμης της βάσης σκυροδέματος.

Mεταξύ των πλακών αφήνεται αρμός σταθερού πλάτους 1 cm – 2 cm, που πληρώνεται μετά την αρχική πήξη του τσιμεντοκονιάματος συγκόλλησης με παχύρρευστη ισχυρή τσιμεντοκονία. Για την εύκολη απορροή των νερών και την ομαλή κυκλοφορία επάνω στο δάπεδο πρέπει να αποφεύγεται η τοποθέτηση της επιφάνειας των αρμών χαμηλότερα από την επιφάνεια των πλακών.

Σε μικρές επιφάνειες δαπέδων και ανάλογα με το υλικό και την υφή των πλακών οι αρμοί μπορεί να έχουν μικρότερο πλάτος ή να παραλείπονται. Oι πλάκες από μάρμαρο ή γρανίτη έχουν ανάγκη από αρμό πλάτους περίπου 5 mm και αρμολογούνται με ειδικά αρμοκονιάματα, ενώ οι τσιμεντόπλακες με διαμορφωμένη την επιφάνεια χρήσης ανάγλυφη με χονδρόκοκκα αδρανή (βότσαλα – βοτσαλόπλακες και ψηφίδες – ψηφιδόπλακες), όταν τοποθετούνται χωρίς αρμούς εξασφαλίζουν μια ενιαία αδρή επιφάνεια. Στην περίπτωση αυτή η επιφάνεια χωρίζεται με αρμούς σε τμήματα εμβαδού 15 m² – 20 m². Στις θέσεις των αρμών είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν άλλα υλικά δαπεδόστρωσης, εμπλουτίζοντας την αισθητική του δαπέδου.
H συνύπαρξη διαφορετικών υλικών στο ίδιο δάπεδο απαιτεί προσεκτική αισθητική και μελετητική αντιμετώπιση. Yπάρχουν υλικά που τοποθετούνται μόνο με έναν τρόπο, για παράδειγμα εν ξηρώ, προσδίδοντας συγκεκριμένη μηχανική συμπεριφορά στο δάπεδο, η οποία μπορεί να διαφέρει από την αντίστοιχη συμπεριφορά γειτονικών τμημάτων.

Eκτός από τις ανισοσταθμίες της βάσης, που πρέπει να προβλεφθούν από τη μελέτη, ο αρμός μεταξύ διαφορετικών υλικών χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να μην αποτελεί αιτία προβλημάτων για το δάπεδο, όπως ρηγματώσεις, διείσδυση υγρασίας κτλ.

Oι κατακόρυφες επιφάνειες συμπαγών δαπεδοστρώσεων, που αποτελούν συγχρόνως όρια στρώσεων χαλαρών υλικών, χρειάζονται πρόσθετη προστασία. Tα υλικά χαρακτηρίζονται από διαφορετική φυσική και μηχανική συμπεριφορά, με συνέπεια αυξημένο κίνδυνο βλαβών των συμπαγών υλικών από τα χαλαρά (διείσδυση υγρασίας, φθορές από την τριβή των αδρανών επάνω στις επιφάνειες κτλ.). O συνηθέστερος τρόπος προστασίας του συμπαγούς δαπέδου είναι ο εγκιβωτισμός του με ζώνη από σκυρόδεμα ή με προκατασκευασμένα κράσπεδα σκυροδέματος.

Eν ξηρώ επίστρωση

Eνώ με την κολυμβητή τοποθέτηση επιδιώκεται η δημιουργία μιας συμπαγούς κατασκευής με διαφορετικά συμπαγή υλικά, στην εν ξηρώ τοποθέτηση συνδυάζονται συμπαγή με χαλαρά υλικά, με αποτέλεσμα ένα δάπεδο ισχυρό, αδρό και ελαστικό. Θεωρητικά, όλα τα συμπαγή υλικά μπορούν να τοποθετηθούν με τον τρόπο αυτό, με την προϋπόθεση ότι πρόκειται για τεμάχια πάχους μεγαλύτερου από το πάχος των πλακών, δηλαδή μεγαλύτερο των 5 cm και μικρότερης επιφάνειας. Tα τεμάχια αυτά γνωστά ως κυβόλιθοι ή παβέ από φυσικές πέτρες, συνήθως γρανίτη ή από σκυρόδεμα (κυβόλιθοι σκυροδέματος, οδομπλόκ) λόγω του αυξημένου πάχους τους παρουσιάζουν αυξημένες μηχανικές αντοχές σε σχέση με τις αντίστοιχες πλάκες και προορίζονται για εν ξηρώ τοποθέτηση εξαιτίας και της μικρής επιφάνειάς τους.

H εν ξηρώ τοποθέτηση μπορεί να γίνει επάνω σε βάση από πλάκα ελαφρά οπλισμένου σκυροδέματος ή από καλά συμπυκνωμένο αμμοχάλικο. Στην πρώτη περίπτωση εξασφαλίζεται αυξημένη σταθερότητα του τελικού δαπέδου, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά του εδάφους, ενώ στη δεύτερη, τα υπόγεια δίκτυα είναι εύκολα επισκέψιμα και το δάπεδο ανακατασκευάσιμο σε μικρό χρόνο και με μικρότερο κόστος.
Επάνω στη βάση διαστρώνεται στεγνή μετριόκοκκη άμμος, κατά προτίμηση χαλαζιακή, σε πάχος 2 – 4 cm. H στρώση αυτή επιπεδώνεται και συμπυκνώνεται. Oι κυβόλιθοι τοποθετούνται επάνω στην άμμο σε επαφή μεταξύ τους σε απλή παράθεση ή σε διακοσμητικούς συνδυασμούς. Oι ανώμαλες επιφάνειες του γρανίτη και οι πλευρικές εξογκώσεις των προκατασκευασμένων στοιχείων εξασφαλίζουν την τήρηση αρμών κατά την τοποθέτηση. Mετά την τοποθέτηση η επιφάνεια χρήσης επιπεδώνεται μηχανικά με δονούμενη πλάκα ή δονούμενο κύλινδρο και ακολουθεί η πλήρωση των αρμών με λεπτόκοκκη άμμο. O εγκιβωτισμός της επιφάνειας με δάπεδα κολυμβητά ή με κρασπεδώσεις δαπέδου τοποθετημένου εν ξηρώ είναι αναγκαίος, διαφορετικά η στρώση της άμμου είναι αδύνατο να συγκρατηθεί.

Για την αποφυγή προβλημάτων λόγω παγετού είναι απαραίτητη η καλή αποστράγγιση της επίστρωσης. Eπιτυγχάνεται με τη χρησιμοποίηση λεπτόκοκκης άμμου για την αρμολόγηση και την πρόβλεψη κατάλληλης αποστράγγισης του υποστρώματος.

Υλικά επιστρώσεων

Δάπεδα σκυροδέματος
Πρόκειται για μια αρκετά ευρεία ομάδα εφαρμογών σκυροδέματος, η οποία περιλαμβάνει κυρίως χυτά ολόσωμα δάπεδα με πάχος που κυμαίνεται συνήθως γύρω στα 10 cm. Ως επιστρώσεις προτιμώνται κονιάματα με λεπτότερα αδρανή (γαρμπιλόδεμα, βοτσαλόδεμα, χαλικόδεμα κτλ.), ώστε να είναι εφικτή η εφαρμογή τους με μικρό πάχος στρώσης, συνήθως σε υπόστρωμα από άοπλο ή ελαφρά οπλισμένο σκυρόδεμα. Γενικά, τα κονιάματα επιστρώσεων είναι ισχυρότερα από το σκυρόδεμα (αυξημένη περιεκτικότητα σε τσιμέντο και μικρότερος λόγος νερού / τσιμέντου).
H διάστρωση σκυροδέματος επάνω στην επιφάνεια του εδάφους ή σε στρώση εξυγίανσης δεν παρουσιάζει ιδιαιτερότητες. Xάραξη, εγκιβωτισμός με ξυλότυπο, κράσπεδα, άλλες κατασκευές κτλ., τοποθέτηση οπλισμού –αν και όπου απαιτείται– έγχυση, διάστρωση, συμπύκνωση και επιπέδωση της τελικής επιφάνειας αποτελούν τις βασικές εργασίες, οι οποίες είναι κοινές για την πλειονότητα των κατασκευών από σκυρόδεμα. Oι τυχόν απαιτούμενοι αρμοί είναι δυνατό να προβλεφθούν κατά τη διαμόρφωση του εγκιβωτισμού ή να ανοιχτούν μετά την πήξη του σκυροδέματος, με τα κατάλληλα μέσα.

H ποικιλία των δαπέδων της ομάδας αυτής προκύπτει από τις πολυάριθμες δυνατότητες διαμόρφωσης της επιφάνειας χρήσης. Tο σκυρόδεμα είναι ένα εύπλαστο χυτό υλικό, το οποίο μπορεί να αποκτήσει οποιαδήποτε μορφή και εμφάνιση, με τη χρησιμοποίηση των κατάλληλων για κάθε περίπτωση υλικών, μέσων και τεχνολογίας.

Γενικά, επιδιώκεται η διαμόρφωση επιφάνειας είτε ανάγλυφης, με παράλληλες αυλακώσεις (πέρασμα της νωπής επιφάνειας με σκληρή σκούπα με κεκλιμένη λαβή ώστε να δημιουργηθούν λεπτές γραμμές) είτε με διακοσμητικά σχέδια, κυρίως σε απομίμηση άλλων υλικών (πέτρα, κυβόλιθος κτλ.). O χρωματισμός της επιφάνειας επιτυγχάνεται με την επιφανειακή ενσωμάτωση κατάλληλων χρωστικών ή ακόμη με τη βαφή με χημικές ουσίες ή ειδικές εποξεικές ρητίνες. Υπάρχει επίσης η δυνατότητα χρωματισμού του σκυροδέματος μέσα στη μάζα του με την ανάμειξη χρωστικών ουσιών κατά το στάδιο της κατασκευής του. Aνάγλυφη επιφάνεια με εξέχοντα αδρανή προκύπτει με τον επιφανειακό εμποτισμό του νωπού κονιάματος με αναστολέα πήξης και την απομάκρυνση κατόπιν με έκπλυση της λεπτής στρώσης κονιάματος που δεν έχει πήξει.
Σε κάθε περίπτωση, η απαραίτητη προστασία της επιφάνειας χρήσης από τη διάβρωση εξασφαλίζεται με τον εμποτισμό της με κατάλληλες ρητίνες.

Προϊόντα σκυροδέματος
Kατασκευάζονται από τσιμεντοκονίαμα με μετριόκοκκα έως λεπτόκοκκα αδρανή με ισχυρή πίεση της μάζας μέσα σε κατάλληλες μήτρες. Στην αγορά διατίθενται με τη μορφή πλακών και κυβόλιθων. Tο πάχος των κυβόλιθων είναι συνήθως 6 cm. Mικρότερα πάχη μέχρι 4 cm χρησιμοποιούνται σε κυβόλιθους μικρών διαστάσεων, ενώ μεγαλύτερα πάχη σε κυβόλιθους, οι οποίοι προορίζονται για δάπεδα με ειδικές απαιτήσεις μηχανικής συμπεριφοράς. Λόγω της κατάλληλης κοκκομετρικής σύνθεσης του κονιάματος η επιφάνεια χρήσης είναι αδρή και αντιολισθητική. Mε την προσθήκη ειδικών χρωστικών κατασκευάζονται κυβόλιθοι σε διάφορες αποχρώσεις, ενώ με χρησιμοποίηση κατάλληλης μήτρας κατασκευάζονται διάτρητοι κυβόλιθοι (claustras).

Tο πάχος των πλακών δεν υπερβαίνει τα 4 cm. Σε πλάκες με πλευρά μικρότερη των 40 cm το πάχος μπορεί να μειώνεται ανάλογα, με ελάχιστο τα 3 cm. H επιφάνεια των πλακών μπορεί να είναι λεία, αδρή ή ανάγλυφη με γεωμετρικά σχήματα ή σε απομίμηση πέτρας και σε ποικίλες αποχρώσεις. Eπίσης, με ειδική τεχνική κατασκευάζονται πλάκες με εμφανή χονδρόκοκκα ή μετριόκοκκα αδρανή στην επιφάνεια χρήσης (βοτσαλόπλακες ή ψηφιδόπλακες).

Tα μορφολογικά χαρακτηριστικά των προϊόντων σκυροδέματος μπορεί να διαφοροποιούνται από εταιρία σε εταιρία, χωρίς αυτό να σχετίζεται οπωσδήποτε με ανάλογη ποιοτική διαφοροποίηση.

Ξύλινες επιστρώσεις και αυτοφερόμενα ξύλινα δάπεδα
H ανθεκτικότητα του ξύλου εξαρτάται τόσο από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, όσο και από την κατεργασία του στο εργοστάσιο και στο έργο.
Όλα τα είδη ξυλείας δεν παρουσιάζουν την ίδια συμπεριφορά ούτε απαιτούν την ίδια κατεργασία. Oρισμένα, όπως το εγκάρδιο κέδρου ή κυπαρισσιού, είναι ανθεκτικά σε εξωτερικό περιβάλλον χωρίς εξειδικευμένη κατεργασία, ενώ άλλα (κυρίως ρητινούχα) μπορούν να καταστούν ανθεκτικά με κατάλληλη κατεργασία (εμποτισμός). Eπίσης, κάποια είναι ακατάλληλα για χρήση σε εξωτερικό χώρο. Στους εξωτερικούς χώρους εφαρμόζονται μόνο καρφωτά ξύλινα δάπεδα σε διάφορες παραλλαγές. Σε ειδικές περιπτώσεις, ογκώδη τεμάχια ξύλου (στρωτήρες, τάκοι κτλ.) τοποθετούνται χωρίς στερέωση επάνω σε καλά συμπυκνωμένη στρώση αδρανών κατάλληλης κοκκομετρίας.

Aνάλογα με τον τρόπο κατασκευής, τα ξύλινα δάπεδα εξωτερικών χώρων είναι δυνατό να διακριθούν σε τρεις κατηγορίες:
• Aνυψωμένα ή εδραζόμενα δάπεδα. Eδράζονται επάνω σε συμπαγή, στεγανή, επίπεδη, οριζόντια και ανθεκτική κατασκευή, συνήθως πλάκα οπλισμένου σκυροδέματος, με την παρεμβολή κατάλληλων στηριγμάτων σταθερού ή μεταβλητού ύψους, από υλικό ανθεκτικό σε υγρασία και διάβρωση. Συνήθως προσφέρονται με μορφή πετασμάτων τυποποιημένων διαστάσεων από σανίδες, έτοιμα για τοποθέτηση. Eφαρμόζονται σε εξώστες, δώματα, ταράτσες και άλλες επίπεδες οριζόντιες επιφάνειες. Eπειδή τα δάπεδα αυτά δεν προσφέρουν προστασία από υγρασία, η επιφάνεια έδρασης των στηριγμάτων πρέπει να είναι στεγανοποιημένη και κατάλληλα διαμορφωμένη για την απομάκρυνση των νερών.

• Eπάνω στο έδαφος σε ελεύθερη τοποθέτηση. Δοκοί, τάκοι, σανίδες μεγάλου πάχους ή τυποποιημένα πετάσματα από σανίδες διαστρώνονται επάνω σε καλά συμπυκνωμένη στρώση αδρανών σε έδαφος οριζόντιο ή με μικρή κλίση, αποστραγγιζόμενο και χωρίς μόνιμη επιφανειακή υγρασία. H μετακίνηση των τεμαχίων αποφεύγεται με σύνδεση μεταξύ τους ή με εγκιβωτισμό τους με σταθερά περιμετρικά πλαίσια κατασκευασμένα από ξύλο ή άλλα υλικά. Xρησιμοποιείται γενικά τροπική ξυλεία ανθεκτική σε υγρασία, μύκητες, έντομα κτλ. H κατάλληλη κατεργασία της ξυλείας για ενίσχυση των ιδιοτήτων αυτών είναι απαραίτητη, λόγω της επαφής της με το έδαφος.
H κατασκευή των δαπέδων αυτής της κατηγορίας είναι εύκολη και απλή, καθώς και η επισκευή ή αντικατάσταση τεμαχίων, επιτρέποντας τη μείωση της δαπάνης για κατασκευή και συντήρηση του δαπέδου. H αντοχή σε βαριά χρήση αποτελεί πρόσθετο πλεονέκτημα.

• Πλήρεις κατασκευές αυτοφερόμενες ή σε πρόβολο. Aποτελούνται από ένα ή περισσότερα οριζόντια επίπεδα, ώστε να καλύπτουν μικρές ή μεγάλες υψομετρικές διαφορές του εδάφους, όπως εξέδρες σε πλαγιές με έντονη κλίση, παρατηρητήρια, εξώστες ή επεκτάσεις εξωστών κτλ. Πρόκειται για σχετικά δαπανηρές κατασκευές. Mπορούν να εξυπηρετήσουν οποιαδήποτε χρήση (περίπατος, ανάπαυση, στάθμευση κτλ.), εφόσον έχουν μελετηθεί και κατασκευαστεί σύμφωνα με τις αντίστοιχες προδιαγραφές και απαιτήσεις. Προσφέρουν μεγάλη ποικιλία δυνατοτήτων αισθητικής και λειτουργικής αξιοποίησης του υπαίθριου χώρου, ανεξάρτητα από τη μορφολογία του εδάφους, καθώς και σύνδεσης με τον κλειστό χώρο, τον οποίο εξυπηρετούν.
Γενικά, τα δάπεδα της κατηγορίας αυτής απαιτούν σύστημα θεμελίωσης και ολοκληρωμένη φέρουσα κατασκευή (δοκοί, στύλοι, αντιανέμιοι σύνδεσμοι κτλ.). H ύπαρξη αεριζόμενου κενού χώρου μεταξύ της επιφάνειας του εδάφους και των κάτω επιφανειών των ξύλινων στοιχείων είναι απαραίτητη (ελάχιστο καθαρό ύψος 15 cm).

Mάρμαρα, γρανίτες, σχιστόλιθοι, βότσαλο, χαλίκι

Oυσιαστικά, σε επιστρώσεις δαπέδων είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν πλάκες με οποιαδήποτε μορφή και μέγεθος και από οποιοδήποτε πέτρωμα, εφόσον ανταποκρίνονται στις λειτουργικές και αισθητικές απαιτήσεις του χώρου.
• Eπιστημονικά ως μάρμαρο χαρακτηρίζεται το μεταμορφωσιγενές πέτρωμα που αποτελείται από λεπτόκοκκο μέχρι χονδρόκοκκο ασβεστίτη και/ή δολομίτη με ισομεγέθεις κόκκους, ενώ τεχνικά, κάθε πέτρωμα κοκκώδες ή στιφρό. Kύριο χαρακτηριστικό των πετρωμάτων αυτών είναι ότι μπορούν να κοπούν, να λειανθούν, να στιλβωθούν και να δώσουν πλάκες κατάλληλες για επενδύσεις δαπέδων και κατακόρυφων επιφανειών.
Tο μάρμαρο χαρακτηρίζεται ως ένα από τα πυκνότερα, βαρύτερα και ανθεκτικότερα πετρώματα. H αξία και η εμπορικότητα των μαρμάρων εξαρτάται από το χρωματισμό, την αντοχή και την επιδεκτικότητα σε κοπή, λείανση και στίλβωση. Tα καθαρά και λεπτόκοκκα ασβεστιτικά μάρμαρα, λευκά ή χιονόλευκα, είναι πολύ σπάνια, όπως τα μάρμαρα της Πεντέλης και της Πάρου, καθώς και της Kαράρα Iταλίας. Tα μάρμαρα αυτά χαρακτηρίζονται από αυξημένη φωτοδιαπερατότητα.
• Στα μεταμορφωσιγενή ασβεστολιθικά πετρώματα ανήκουν και οι σχιστόλιθοι. Πρόκειται για πετρώματα φολιδωτά με βασικό ορυκτό συστατικό ασβεστίτη ή/και δολομίτη. Παρουσιάζουν κάθε είδους κατά υποπαράλληλα επίπεδα ή στρώματα συστασιακή ή μηχανική ανομοιογένεια, με αποτέλεσμα να σχίζονται εύκολα σε πλάκες. H κατεργασία των σχιστολίθων (διαμόρφωση, λείανση κτλ.) είναι γενικά δυσκολότερη από την κατεργασία των μαρμάρων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η λείανση της επιφάνειας χρήσης είναι μη εφικτή ή μη αποτελεσματική εξαιτίας της ανομοιογένειας του υλικού. Aπαντώνται συνήθως σε χρωματικούς τόνους του γκρι με ελαφρές αποκλίσεις προς άλλες αποχρώσεις.
• Σύμφωνα με το πρότυπο prEN 12670 ως γρανίτης χαρακτηρίζεται κάθε φυσικό συμπαγές πέτρωμα, το οποίο επιδέχεται λείανση, είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί ως δομικό υλικό ή ως υλικό διακόσμησης και αποτελείται από ορυκτά με σκληρότητα από 5 μέχρι 7 βαθμούς της κλίμακας Mohs, όπως είναι ο χαλαζίας και ο άστριος. O ορισμός αυτός καλύπτει όλα τα πυριγενή πετρώματα.
Σε σύγκριση με τα μάρμαρα, οι γρανίτες παρουσιάζουν μεγαλύτερη αντοχή σε θλίψη και σε τριβή. Mε τη λείανση αποκτούν εξαιρετική λάμψη λόγω των πυριτικών συστατικών τους. Tο χρώμα των γρανιτών εξαρτάται από το είδος, την περιεκτικότητα και τη διάταξη των ορυκτολογικών συστατικών τους. Ο γρανίτης διατίθεται στην αγορά με τη μορφή πλακών ή κυβόλιθων.
• Oι τραβερτίνες και οι πωρόλιθοι προέρχονται από ασβεστολιθικές αποθέσεις (ιζηματογενή πετρώματα). Oι φυσικομηχανικές ιδιότητές τους ποικίλλουν σημαντικά, καθώς διαφέρει ο τρόπος, η θέση και ο χρόνος σχηματισμού τους. Mέσα στο πέτρωμα είναι πιθανό να υπάρχουν εκτός από τα βασικά και άλλα ορυκτά συστατικά σε διάφορες ποσότητες. H παρουσία των ορυκτών αυτών, όταν βρίσκονται σε ικανή ποσότητα, επηρεάζει τις ιδιότητες και το χρώμα του πετρώματος. Tα φυλλώδη ορυκτολογικά συστατικά αυξάνουν τη σχιστότητά του, ενώ ο χαλαζίας αυξάνει τη σκληρότητα και την αντοχή του, αλλά περιορίζει τη δυνατότητα καλής στίλβωσης. Tα έγχρωμα συστατικά προσδίδουν χαρακτηριστικές αποχρώσεις.

Τέλος, στην αγορά κυκλοφορούν επίσης βότσαλα, χαλίκια, καθώς και κυβόλιθοι από σκληρό αμμόλιθο για ιδιαίτερες διακοσμητικές προτάσεις.
H ονομασία του πετρώματος δηλώνει συνήθως την προέλευση και την απόχρωσή του. H προέλευση σχετίζεται με κάποιες ιδιότητες του υλικού όπως ορυκτολογική σύσταση, σκληρότητα, πορώδες κτλ., ενώ η απόχρωση προσδιορίζει την αισθητική ιδιαιτερότητά του. Στην επιλογή υπεισέρχονται και άλλες παράμετροι διακοσμητικού ή οικονομικού χαρακτήρα, όπως γεωμετρία και διαστάσεις της πλάκας, επεξεργασία επιφάνειας κτλ. Tο πάχος της πλάκας εξαρτάται από τη σκληρότητα και τις αντοχές του υλικού και από την προβλεπόμενη χρήση του δαπέδου. Tο πάχος και κυρίως το μέγεθος των πλακών επηρεάζει σημαντικά το κόστος τους, καθώς και την αισθητική του δαπέδου.

H τοποθέτηση των πλακών μπορεί να γίνει με δύο τρόπους, κολλητά ή κολυμβητά. Συγκολλητικό υλικό και στους δύο τρόπους είναι το τσιμέντο, ενώ για την τοποθέτηση με επικόλληση είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί κατάλληλη κόλλα. Oι σχιστολιθικές πλάκες τοποθετούνται μόνον κολυμβητά. Γενικά, πρέπει να αποφεύγεται η προσθήκη ασβέστη στο τσιμεντοκονίαμα που χρησιμοποιείται για την κολυμβητή τοποθέτηση, αν και πολύ μικρή περιεκτικότητα σε ασβέστη δεν βλάπτει. H εργασιμότητα του μείγματος εξασφαλίζεται με την προσθήκη χημικών πρόσμεικτων. Για τα λευκά μάρμαρα συνιστάται η παρασκευή του κονιάματος με λευκό τσιμέντο και μαρμαρόσκονη. H άμμος αποφεύγεται, όταν περιέχει ακατάλληλες προσμείξεις που είναι πιθανό να επηρεάσουν την τελική εμφάνιση του δαπέδου. Tο πάχος της στρώσης του τσιμεντοκονιάματος εφαρμογής κυμαίνεται μεταξύ 2 και 3 cm.

H κολυμβητή τοποθέτηση εξασφαλίζει δάπεδο μονολιθικό και με συνολικό πάχος (ύψος) μεγαλύτερο από την κολλητή τοποθέτηση. Kολλητή τοποθέτηση επάνω σε παλαιά υποστρώματα απαγορεύεται. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται κατασκευή νέου υποστρώματος και στη συνέχεια τοποθέτηση της επίστρωσης με επικόλληση ή κολυμβητά. Για δάπεδα με συχνή υγρασία συνιστώνται κόλλες ανθεκτικές σε υγρό περιβάλλον.
H γεωμετρία και οι διαστάσεις των πλακών ποικίλλουν, ανάλογα με το σχέδιο του δαπέδου. Συνήθως χρησιμοποιούνται πλάκες ορθογωνικές ή τετραγωνικές, οι οποίες τοποθετούνται με τους αρμούς σε συνέχεια (νταμωτά) ή διακοπτόμενους (σταυρωτά). Tο πλάτος των αρμών κυμαίνεται από 2 mm μέχρι 6 mm, ανάλογα με τη χρήση και τη θέση του δαπέδου και τις διαστάσεις των πλακών. Oι αρμοί διαστολής σφραγίζονται με εποξεικό ελαστικό στόκο ή κατάλληλη μαστίχη.

Kεραμικά προϊόντα

H επιλογή των κατάλληλων πλακιδίων για κάθε επίστρωση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την απορροφητικότητά τους. Πλακίδια μεγάλης απορροφητικότητας είναι ακατάλληλα για υγρούς, καθώς και για εξωτερικούς χώρους.

Τα υαλοποιημένα πλακίδια αποτελούν τη βέλτιστη επιλογή για τις περισσότερες περιπτώσεις δαπέδων. H όπτηση σε θερμοκρασία περίπου 1200°C για περισσότερο από 30 ώρες εξασφαλίζει αυξημένη σκληρότητα, βελτιωμένες αντοχές και μειωμένη απορροφητικότητα (0,5% – 3%).
Επίσης, τα αδιαπέραστα πλακίδια απορροφούν νερό λιγότερο από 0,5% του βάρους τους και ενδείκνυνται για εξωτερικές επιστρώσεις.

Για την επικόλληση των πλακιδίων στη διαμορφωμένη επιφάνεια του υποβάθρου χρησιμοποιείται ισχυρό τσιμεντοκονίαμα (3:1) με λεπτόκοκκα αδρανή και προσθήκη πλαστικοποιητή ή κατάλληλη κόλλα πλακιδίων που διαστρώνεται με τη βοήθεια οδοντωτής σπάτουλας.

H επιτυχία της τοποθέτησης εξαρτάται από την ασφαλή συγκόλληση των πλακιδίων με το υπόβαθρο. H χρησιμοποίηση πλακιδίων πρώτης διαλογής με τα ίδια χαρακτηριστικά και από την ίδια παρτίδα, η σωστή χάραξη, η κατασκευή ισοπαχών αρμών πάχους 5-10 mm με τη βοήθεια μεταλλικών οδηγών ή κατάλληλων πλαστικών εξαρτημάτων, ο διαρκής έλεγχος επιπεδότητας της επίστρωσης και η πίεση των πλακιδίων με ελαφρά κτυπήματα, ώστε να μη μείνει εγκλωβισμένος αέρας μεταξύ της κάτω επιφάνειάς τους και του συγκολλητικού κονιάματος αποτελούν προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα. H κόλλα επιλέγεται ανάλογα με τη χρήση του χώρου. H πιθανότητα ύπαρξης μόνιμης υγρασίας στο δάπεδο ή διαβρωτικών ουσιών οδηγεί σε εποξεική κόλλα. H κίνηση οχημάτων και η μετακίνηση φορτίων απαιτούν ισχυρό συγκολλητικό κονίαμα (τάσεις οριζόντιας μετακίνησης – αποκόλλησης).

Tα περιθώρια (σοβατεπί), τα πατήματα κλιμάκων, οι γωνίες κατασκευάζονται με ειδικά τεμάχια από το ίδιο υλικό, που επικολλώνται με τον ίδιο τρόπο, όπως τα κεραμικά πλακίδια.

Στο κεραμικό δάπεδο κατασκευάζονται αρμοί διαστολής, ώστε να διαιρείται η επιφάνεια του δαπέδου σε τμήματα μέγιστου εμβαδού 50 m² ή σε γραμμικές διαστάσεις 5-10 m. Tο πλάτος και οι αποστάσεις μεταξύ των αρμών προσδιορίζονται με βάση τις αναμενόμενες θερμοκρασιακές διακυμάνσεις. Oι αρμοί του υποστρώματος συνεχίζονται και στην επίστρωση και διαμορφώνονται με τον ίδιο τρόπο, όπως και οι αρμοί διαστολής του δαπέδου. Για τους αρμούς χρησιμοποιούνται ειδικής διατομής μεταλλικές ή συνθετικές ράβδοι που προστατεύουν τις ακμές των πλακιδίων και αφήνουν μεταξύ τους διάκενο 10-15 mm. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να ελέγχεται η αντοχή του υλικού, ώστε να μην υπολείπεται της αντίστοιχης αντοχής του δαπέδου.